Η κυφοπλαστική είναι μια ελάχιστα επεμβατική διαδερμική τεχνική που εφαρμόζεται για την αντιμετώπιση επώδυνων συμπιεστικών καταγμάτων της σπονδυλικής στήλης. Τα κατάγματα αυτά εμφανίζονται συχνότερα σε ασθενείς με οστεοπόρωση, αλλά μπορεί επίσης να προκληθούν μετά από τραυματισμό ή να σχετίζονται με παθολογικές καταστάσεις που αποδυναμώνουν το σπονδυλικό σώμα όπως το πολλαπλό μυέλωμα.
Κατά την κυφοπλαστική, ο νευροχειρουργός εισάγει διαδερμικά ειδική βελόνη στο πάσχον σπονδυλικό σώμα με τη βοήθεια ακτινοσκοπικής καθοδήγησης. Στη συνέχεια τοποθετείται και διατείνεται ειδικό μπαλόνι μέσα στον σπόνδυλο, το οποίο δημιουργεί κοιλότητα και μπορεί, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, να βοηθήσει στη μερική αποκατάσταση του ύψους του σπονδύλου. Αφού αφαιρεθεί το μπαλόνι, η κοιλότητα γεμίζει με ειδικό ιατρικό οστικό τσιμέντο, το οποίο σκληραίνει και σταθεροποιεί το κάταγμα.
Ο βασικός στόχος της επέμβασης είναι η σταθεροποίηση του σπασμένου σπονδύλου και η μείωση του πόνου που προκαλείται από τη μικροκινητικότητα στην περιοχή του κατάγματος. Με τη σταθεροποίηση αυτή, ο ασθενής μπορεί να κινητοποιηθεί ταχύτερα και να επιστρέψει πιο άμεσα στις καθημερινές του δραστηριότητες, πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος νευροχειρουργού.
Η κυφοπλαστική ενδείκνυται όταν ο πόνος από το συμπιεστικό κάταγμα είναι έντονος, επιμένει παρά τη συντηρητική αγωγή ή περιορίζει σημαντικά την κινητικότητα και την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Η απόφαση λαμβάνεται μετά από την κλινική εξέταση και τον απεικονιστικό έλεγχο, όπως ακτινογραφίες, μαγνητική ή αξονική τομογραφία, ώστε να επιβεβαιωθεί η ηλικία και η ενεργότητα του κατάγματος.
Η συνολική αντιμετώπιση δεν περιορίζεται μόνο στη σταθεροποίηση του κατάγματος. Ιδιαίτερα όταν η αιτία είναι η οστεοπόρωση, είναι σημαντικό να αξιολογείται και να αντιμετωπίζεται η υποκείμενη πάθηση, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος νέων σπονδυλικών ή άλλων καταγμάτων στο μέλλον.